Οι περισσότερες έρευνες επικεντρώνονται στους διαδοχικούς και ταυτόχρονα δίγλωσσους/πολύγλωσσους (διάβασε περισσότερα για την ταυτόχρονη και διαδοχική διγλωσσία εδώ), υποθέτοντας ότι «όλες οι γλώσσες τους είναι πάντα ενεργές». Αυτή η λανθασμένη αντίληψη οδηγεί σε μια γενίκευση τόσο παραπλανητική όσο και η άποψη ότι «οι πολύγλωσσοι είναι σαν να έχουν μέσα τους πολλαπλούς μονόγλωσσους».
Ο τρόπος που οι πολύγλωσσοι μαθαίνουν τις γλώσσες τους, καθώς και ο τρόπος που τις χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους, επηρεάζει το πώς τις οργανώνουν (δηλαδή τη γνωστική οργάνωση των γλωσσών – cognitive organization of languages) και το πως τις επεξεργάζονται στον εγκέφαλό τους (δηλαδή τη γλωσσική επεξεργασία – language processing).
Οι πολύγλωσσοι χρησιμοποιούν λοιπόν τις γλώσσες τους με διαφορετικούς τρόπους – δεν είναι πάντα όλες οι γλώσσες ενεργές την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο.
Βασικοί Τύποι Πολύγλωσσης Ανάπτυξης:
Συνδυαστική, Συντονισμένη και Υποδεέστερη Πολύγλωσσία
Αυτοί οι όροι εισήχθησαν από τον Uriel Weinreich ήδη από το 1953 και προσφέρουν πολύτιμες γνώσεις για το πώς οι δίγλωσσοι/πολύγλωσσοι επεξεργάζονται και χρησιμοποιούν τις γλώσσες τους.
Συνδυαστική πολύγλωσσία: όταν οι γλώσσες μαθαίνονται μαζί και είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους (για παράδειγμα στις περιπτώσεις που 2 γονείς μιλούν από μια γλώσσα στα παιδιά τους)
Συντονισμένη πολύγλωσσία: όταν οι γλώσσες μαθαίνονται σε ξεχωριστά περιβάλλοντα, χωρίς άμεση σύνδεση μεταξύ τους (για παράδειγμα στις περιπτώσεις που 2 γονείς έλληνες μιλούν ελληνικά στο σπίτι και το παιδί μιλάει μια άλλη γλώσσα στο σχολείο)
Υποδεέστερη πολύγλωσσία: όταν μία νέα γλώσσα μαθαίνεται μέσω της μετάφρασης από την κυρίαρχη γλώσσα (για παράδειγμα στις περιπτώσεις που 2 γονείς έλληνες μιλούν ελληνικά στο σπίτι και το παιδί μιλάει μια άλλη γλώσσα στο σχολείο)
Η διγλωσσία μπορεί να διαχωριστεί σε δύο είδη με βάση την ηλικία έκθεσης του ομιλητή στη δεύτερη γλώσσα: την ταυτόχρονη και την διαδοχική διγλωσσία.
Τι είναι η ταυτόχρονη διγλωσσία;
Ποια παιδιά είναι simultaneous bilinguals;
1. Ταυτόχρονη διγλωσσία (simultaneous bilingual acquisition): Simultaneous bilinguals γίνονται τα παιδιά που έχουν ταυτόχρονη έκθεση σε δύο γλώσσες από τη γέννησή τους. Σύμφωνα με την Annick De Houwer, ταυτόχρονη δίγλωσσία βλέπουμε σε παιδιά που δέχονται συστηματική έκθεση σε δύο γλώσσες πριν από την ηλικία των δύο ετών και συνεχίζουν να δέχονται συστηματική έκθεση σε αυτές τις γλώσσες μέχρι τα τελικά στάδια της γλωσσικής τους ανάπτυξης (Annick De Houwer, 2009). Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι μπορούμε να μιλήσουμε για ταυτόχρονη διγλωσσία και για τα παιδιά που δέχονται συστηματική έκθεση σε δύο γλώσσες πριν από την ηλικία των τριών ετών.
Τι είναι η διαδοχική διγλωσσία;
Ποια παιδιά είναι sequential bilinguals;
2. Αλληλοδιαδοχική ή διαδοχική διγλωσσία (sequential bilingual acquisition): Sequential bilinguals είναι άτομα που μαθαίνουν μια δεύτερη γλώσσα αφού έχουν ήδη αποκτήσει επάρκεια στην πρώτη τους γλώσσα. Συνεπώς μιλάμε για διαδοχική διγλωσσία όταν ο ομιλητής εκτίθεται στη δεύτερη γλώσσα μετά την ηλικία των τριών ετών, ή ακόμα και στην ενηλικίωση.
Διαφορές ανάμεσα σε διαδοχική και ταυτόχρονη διγλωσσία
Ο François Grosjean, στο βιβλίο του Bilingual: Life and Reality (2010), αναφέρεται στις διαφορές μεταξύ διαδοχικής και ταυτόχρονης διγλωσσίας.
Γλωσσική Κυριαρχία
Στην ταυτόχρονη διγλωσσία, τα παιδιά κατακτούν τις γλώσσες τους από πολύ μικρή ηλικία, συνεπώς οι γλώσσες αναπτύσσονται παράλληλα και δεν επικρατεί μία γλώσσα ως κυρίαρχη. Αντίθετα στη διαδοχική διγλωσσία οι ομιλητές τείνουν να αναπτύσσουν μεγαλύτερη επάρκεια στη γλώσσα που έμαθαν πρώτα. Η πρώτη γλώσσαπαραμένει συνήθως ως κυρίαρχη, εκτός αν υπάρξει έντονη έκθεση και χρήση της δεύτερης γλώσσας σε κάποιο στάδιο της ζωής του ομιλητή.
Γνωστική Διαχείριση καιΕναλλαγή Γλωσσών
Στη διαδοχική διγλωσσία οι ομιλητές ενδέχεται να χρησιμοποιούν πιο σύνθετες νοητικές στρατηγικές για την εναλλαγή γλωσσών, γεγονός το οποίο πιθανώς να τους δυσκολεύει περισσότερο, καθώς ανακαλούν και ενεργοποιούν διαφορετικές νοητικές δομές από ότι οι ομιλητές με ταυτόχρονη διγλωσσια. Στην ταυτόχρονη διγλωσσια οι ομιλητές έχουν και τις δύο γλώσσες πιο ενσωματωμένες στο γνωστικό τους σύστημα από την αρχή της γλωσσικής τους ανάπτυξης και συνεπώς είναι πιο ικανοί στην εναλλαγή γλωσσών. Όλα βέβαια εξαρτώνται από το επίπεδο επάρκειας και χρήσης της κάθε γλώσσας του κάθε ομιλητή, είτε αυτός είναι διαδοχικός είτε είναι ταυτόχρονος δίγλωσσος.
Γλωσσική Επάρκεια
Στη διαδοχική διγλωσσία μπορεί να υπάρχουν διαφοροποιημένα επίπεδα επάρκειας και εξοικείωσης στις γλώσσες των ομιλητών, με την κυριαρχία της πρώτης γλώσσας να παραμένει ισχυρότερη, εκτός και αν η δεύτερη γλώσσα χρησιμοποιείται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό. Αντίθετα στην ταυτόχρονη διγλωσσία συνήθως αναπτύσσονται πιο ισχυρές και ισότιμες δεξιότητες και στις δύο γλώσσες, καθώς οι ομιλητές εκτίθενται και στις δύο γλώσσες από νωρίς.
Γλωσσική Δομή και Χρήση
Στη διαδοχική διγλωσσία ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερος χρόνος για να αποκτηθεί πλήρης επάρκεια στη δεύτερη γλώσσα, καθώς είναι πιο πιθανό να αναπτυχθεί και να εξασκείται σε περιβάλλον όπου δεν είναι η κύρια γλώσσα επικοινωνίας (π.χ. σε περιβάλλον με έλλειψη αυθεντικών συνθηκών επικοινωνίας, με φτωχή χρήση της γλώσσας, χωρίς πλούσια ερεθίσματα).
Σχόλια και προβληματισμοί μιας δασκάλας δίγλωσσων παιδιών
Η έρευνα λοιπόν δείχνει ότι τα παιδιά που εκτίθενται συστηματικά σε δύο γλώσσες ταυτόχρονα από τη γέννηση ή την πρώιμη παιδική ηλικία (μέχρι και τα τρία έτη), μπορούν να αναπτύξουν επάρκεια και στις δύο γλώσσες παράλληλα, κάτι που διαφοροποιείται από τη διαδοχική διγλωσσία, όπου η μία γλώσσα μαθαίνεται αφού έχει ήδη κατακτηθεί η άλλη.
Γενικά υπάρχουν πολλές έρευνες για τη διαδοχική διγλωσσία (sequential/successive bilinguals), αλλά πιο λίγες για την ταυτόχρονη διγλωσσία (simultaneous bilinguals).
Στις αρχές του 20ού αιώνα μιλούσαν όλοι για προβλήματα και ελλείμματα στη γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων, μέχρι που ήρθαν ερευνητές και επιστήμονες όπως η Dr. Annick de Houwer, οι οποίοι μελέτησαν την ταυτόχρονη διγλωσσία και τα αποτελέσματα των επιστημονικών δημοσιευμένων ερευνών τα διέψευσαν όλα αυτά. Tότε αναγκαστικά άλλαξε και το αφήγημα και δεν επιτρέπονται πλέον τέτοιες παρανοήσεις, καθώς πια είναι αποδεδειγμένα τα οφέλη της διγλωσσίας. Η διγλωσσία συνδέεται στην πραγματικότητα με την ενίσχυση της μνήμης, της δημιουργικότητας καθώς και την ανάπτυξη multitasking δεξιοτήτων, οι οποίες μπορούν να οφελήσουν τις σχολικές επιδόσεις.
Παραθέτω εδώ εγκεφαλική απεικόνιση ομιλητών με διαδοχική αι ταυτόχρονη διγλωσσία.
Εγκεφαλική απεικόνιση διαδοχικού δίγλωσσου
Εγκεφαλική απεικόνιση ταυτόχρονου δίγλωσσου
Ο προβληματισμός μου είναι:
Γιατί συχνά επιμένουμε να αντιμετωπίζουμε την ταυτόχρονη διγλωσσία ως διαδοχική στην Ελλάδα;
Συχνά παρατηρώ να μπαίνει δίπλα από τα ελληνικά η ταμπέλα της “δεύτερης γλώσσας” σε περιπτώσεις παιδιών με ταυτόχρονη διγλωσσία (simultaneous bilinguals). Ακούω γύρω μου ανθρώπους να λένε “τα ελληνικά είναι η δεύτερή γλώσσα του παιδιού”, κι στην ερώτηση: “και τι γλώσσα μιλάει ο μαθητής σπίτι;”, η απάντηση είναι “ελληνικά”.
Γιατί είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τις διαφορετικές ανάγκες της ταυτόχρονης διγλωσσίας; Τι διακυβεύεται;
Έχει παρατηρηθεί σε αρκετές περιπτώσεις μεταναστών, η “γλώσσα του σπιτιού”, το home language (ελληνικά), να μένει πίσω και να “κερδίζει” η γλώσσα της κοινότητας (community/school language) ως κυρίαρχη γλώσσα. Αυτό συμβαίνει συχνά γιατί τα γλωσσικά ερεθίσματα που παίρνουν τα παιδιά στο σχολείο (λεξιλόγιο) είναι πιο πλούσια και παράλληλα, απαιτείται από αυτά να λειτουργούν σε όλους τους τομείς (να καταλαβαίνουν, να μιλούν, να διαβάζουν, να γράφουν) σε υψηλό επίπεδο επάρκειας. Εάν η μητρική/πατρική τους γλώσσα, η “γλώσσα του σπιτιού”, χρησιμοποιείται μόνο στο σπίτι και για τυπικά οικιακά θέματα, και ταυτόχρονα στο ελληνικό σχολείο που πηγαίνουν τα παιδιά κάθε Σάββατο ή στα ιδιαίτερα που κάνουν, δε γίνεται συστηματική προσπάθεια να εκτεθούν τα παιδιά στη γλώσσα σε διαφόρων ειδών κείμενα και συνθήκες, τότε μπορεί όντως η ανάπτυξή τους στα ελληνικά να μείνει στάσιμη.
Σε πολλά παιδιά μεταναστών συμβαίνει όντως αυτό, και παρατηρείται μέχρι και απώλεια γλώσσας, καθώς με την πάροδο του χρόνου κυριαρχεί η γλώσσα της κοινότητας, μειώνεται το λεξιλόγιο των παιδιών στα ελληνικά, αποθαρρύνονται οι γονείς και τελικά σταματούν να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους.
Αναρωτιέμαι λοιπόν: δεν αντιμετωπίζουμε το παιχνίδι ως χαμένο, όταν βαζόμαστε να βάλουμε την ετικέτα της “δεύτερης” ή “ξένης” στην ελληνική γλώσσα στα παιδιά με ταυτόχρονη διγλωσσία;
Η έρευνα υποδεικνύει ότι ταυτόχρονη και διαδοχική διγλωσσία χρειάζονται διαφορετικές εκπαιδευτικές προσεγγίσεις, λόγω των διαφορών στην έκθεση και την ανάπτυξη των γλωσσών των ομιλητών. Στην ταυτόχρονη διγλωσσία χρειάζονται στρατηγικές που να ενισχύουν και τις δύο γλώσσες ταυτόχρονα, ενώ στην διαδοχική συχνά χρειάζεται επιπλέον υποστήριξη για την κατάκτηση της δεύτερης γλώσσας. Συνεπώς χρειάζονται διαφορετικοί εκπαιδευτικοί στόχοι, διαφορετικά σχέδια μαθήματος και διαφορετικό εκπαιδευτικό υλικό ανά περίπτωση.
Δάσκαλοι Ελληνικών στο Εξωτερικό
Ελπίζω ότι η μικρή αυτή φωνή μιας δασκάλας στη Δανία, θα ενωθεί με άλλες φωνές γονέων, εκπαιδευτικών και ερευνητών σε όλο τον κόσμο, θα φτάσει στα σωστά αυτιά και μία μέρα, θα υποστηριχθούν τα παιδιά με ταυτόχρονη διγλωσσία, οι οικογένειές τους και οι δάσκαλοι/ες τους όπως μας αξίζει 🙂
Με κατάλληλο εκπαιδευτικό υλικό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους
Με δασκάλους/ες που είναι επιμορφωμένοι τόσο στη διγλωσσία, όσο και στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας στην οποία καλούνται να διδάξουν
Μέχρι να γίνουν όλα τα παραπάνω, δημιουργήθηκε το γκρουπ Δάσκαλοι Ελληνικών στο εξωτερικό στο facebook με σκοπό την αλληλοϋποστήριξη, την ανταλλαγή ιδεών και δραστηριοτήτων (πετυχημένων και αποτυχημένων) καθώς και τον σχεδιασμός κοινών δράσεων. Αν είσαι δάσκαλος Ελληνικών στο εξωτερικό και δουλεύεις με παιδάκια Ελληνικής καταγωγής στη διασπορά, έλα να ανταλλάξουμε ιδέες και προβληματισμούς!
Αγάπη και χρυσόσκονη,
Χρύσα Οικονομίδου
Βιβλιογραφία – Πηγές
Grosjean, F. (2010).Bilingual: Life and reality. Harvard University Press.
De Houwer, A. (2009).Bilingual first language acquisition. Multilingual Matters.
Ένα φωνητικό-ακουστικό σύστημα συμβατικών σημείων για την διατύπωση και συναλλαγή απόψεων, γνώσεων και πληροφοριών, καθώς και την μετάδοσή τους από γενιά σε γενιά, το οποίο βασίζεται σε νοητικές διαδικασίες και καθορίζεται από το εκάστοτε κοινωνικό σύστημα.
(Bussmann)
Η γλώσσα αποτελεί τον πυρήνα της συνολικής ψυχολογικής και γνωστικής ανάπτυξης ενός παιδιού. Ειδικά στην περίοδο της νηπιακής ηλικίας, η νοητική και κοινωνική ζωή των παιδιών μετασχηματίζεται εντελώς χάρη στην εκρηκτική ανάπτυξη της ικανότητας τους να κατανοούν και να χρησιμοποιούν τη γλώσσα. Ενώ στην ηλικία των 18 μηνών ένα νήπιο χρειάζεται τους ενηλίκους του στενού του περιβάλλοντος ως «μεταφραστές» των γλωσσικών του μηνυμάτων και η επικοινωνία του με τον κόσμο εξαρτάται από την ακρίβεια με την οποία τα άλλα άτομα θα «μαντέψουν» αυτά που λέει, στην ηλικία των 3 ετών τα περισσότερα νήπια είναι σε θέση να μοιραστούν τις σκέψεις τους με άλλους χωρίς σχεδόν κανένα γλωσσικό εμπόδιο. Υπάρχει τεράστια πρόοδος στο συντακτικό, δηλαδή στους τρόπους με τους οποίους το παιδί οργανώνει τις λέξεις που εκφράζει, ενώ εξίσου σημαντική είναι η πρόοδος που παρουσιάζεται στο σημασιολογικό τομέα, δηλαδή στα νοήματα που εκφράζει το παιδί, όπως και στη γενικότερη ικανότητα γλωσσικής επικοινωνίας.
Το λεξιλόγιο παρουσιάζει ραγδαία αύξηση κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας. Τα παιδιά προσθέτουν περίπου 50 λέξεις κάθε μήνα στο λεξιλόγιό τους (Τζουριάδου, 1995). Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά ηλικίας 4 έως 5 ετών χρησιμοποιούν περί τις 2 χιλιάδες λέξεις (Justice & Pence, 2008), ενώ αντιλαμβάνονται, κατά μέσο όρο, περί τις 4 έως 5 χιλιάδες λέξεις (Brisk & Harrington, 2007. Οικονομίδης, 2003α). Το παραγωγικό / εκφραστικό λεξιλόγιο των νηπίων, δηλαδή το σύνολο των λέξεων που μπορούν να παράγουν είναι πολύ πιο περιορισμένο από το προσληπτικό λεξιλόγιο, δηλαδή το σύνολο των λέξεων που μπορούν να αντιληφθούν και να κατανοήσουν (Melka, 1997). Η διαδικασία της απόκτησης καινούριων λέξεων είναι χρονοβόρα. Ακούγοντας μια λέξη για πρώτη φορά το παιδί κάνει μια αρχική υπόθεση για τη σημασία της. Αργότερα την αναθεωρεί και βαθμιαία τη διαφοροποιεί ώσπου να συμπέσει με τη σημασία που η λέξη αυτή έχει για τους ενηλίκους.
Στάδια Ανάπτυξης της Γλώσσας
12ος μήνας: Πρώτες πραγματικές λέξεις. Οι πρώτες αυτές μεμονωμένες λέξεις χαρακτηρίζονται μάλιστα ως ολοφράσεις, αφού το παιδί προσπαθεί με μια λέξη να εκφράσει σχέσεις ανάμεσα σε αντικείμενα και πρόσωπα, και όχι απλώς να κατονομάσει δραστηριότητες ή πράγματα.
2 ετών: Ολοκληρωμένες, πιο πολύπλοκες προτάσεις που αποτελούνται όχι μόνο από ουσιαστικά και ρήματα αλλά και από βοηθητικά μέρη του λόγου.
3 ετών: Κατάκτηση μορφολογικών και γραμματικών κανόνων για την κλίση των ρημάτων και των ουσιαστικών και για τον σχηματισμό του πληθυντικού αριθμού. Παρατηρούνται λάθη λόγω της τάσης γενίκευσης της χρήσης των κανόνων αυτών. Για παράδειγμα, χρήση αύξηση ε- στην κλίση των παρελθοντικών χρόνων, δηλαδή σχηματίζουν τύπους όπως έθελε αντί για ήθελε.
4 – 4.5 ετών: Φαινόμενο γενικεύσεων του πλάτους της έννοιας, κατά το οποίο παρατηρείται η αντιστοίχιση της λέξης με τη σημασία της χωρίς, όμως, να έχει επιτευχθεί πλήρως η κατανόησή της.
6 ετών: Αφηρημένες και σύνθετες γλωσσικές δομές, χρήση εκφράσεων που μοιάζουν με αυτές που χρησιμοποιούν οι ενήλικες.
Όλα όμως τα παιδιά δεν αναπτύσσονται με τον ίδιο ρυθμό. Άλλα αναπτύσσονται γρηγορότερα, άλλα με βραδύτερο ρυθμό και άλλα παρουσιάζουν σημαντική καθυστέρηση. Η καθυστέρηση λόγου και ομιλίας είναι ένα συχνό φαινόμενο στην παιδική ηλικία, που μάλιστα παρουσιάζεται έως και στο 32% του φυσιολογικού πληθυσμού. Η κατάκτηση των γλωσσικών δεξιοτήτων ποικίλλει χρονολογικά από παιδί σε παιδί και πολλά παιδιά που παρουσιάζουν μικρή καθυστέρηση στο λόγο εξελίσσονται απόλυτα φυσιολογικά. Συγκεκριμένα το 60% των παιδιών που βρίσκονται σε ομάδα υψηλού κινδύνου, αναπτύσσει τελικά μέχρι και την ηλικία των 3 ετών φυσιολογική ομιλία.
Το τελικό προϊόν της γλωσσικής ανάπτυξης είναι αποτέλεσμα της δυναμικής αλληλεπίδρασης δύο παραγόντων, της ωρίμανσης και της μάθησης. Σύμφωνα με τον Vygotksy, η εκμάθηση και η ανάπτυξη της γλώσσας συντελείται μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων των παιδιών με τους άλλους ανθρώπους, και ιδιαιτέρως με τους γονείς τους.
Η Συμβολή των Γονέων στη Γλωσσική Ανάπτυξη των Παιδιών
Πώς θα βοηθήσετε το παιδί σας να μιλήσει; Με ποιούς τρόπους μπορεί η γονική συμπεριφορά να επηρεάσει τη γλωσσική ανάπτυξη ενός νηπίου;
Συμβουλές ανάπτυξης λόγου
Πρώιμη παροχή ερεθισμάτων: Η παροχή ερεθισμάτων συμβάλλει καταλυτικά στη μεγαλύτερη και πλουσιότερη ανάπτυξη του παιδικού εγκεφάλου. Παίξτε με το παιδί σας, διαβάστε του βιβλία, μιλήστε το, βγάλτε το βόλτα και περιγράψτε όσα συναντάτε στο δρόμο. Πάντα με ισορροπία φροντίστε ώστε το παιδί να εκτίθεται σε διάφορα ερεθίσματα στη διάρκεια της ημέρας.
Ενημερωθείτε σωστά και εκπαιδευτείτε να αναγνωρίζετε το στάδιο στο οποίο βρίσκετε το παιδί σας. Κάθε στάδιο έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και ανάγκες, συνεπώς χρήζει διαφορετικής προσέγγισης.
Μη διορθώνετε τα αναμενόμενα ανά στάδιο λάθη του παιδιού: Αφενός το παιδί δεν θα μπορεί ακόμα να κατανοήσει τις διορθώσεις σας, και αφετέρου μπορεί να μειωθεί ο αυθορμητισμός του να δοκιμάζει νέες λέξεις. Τα νήπια των οποίων η γλώσσα διορθώνεται συνεχώς, στην ηλικία των 3 ετών τείνουν να έχουν μικρότερο λεξιλόγιο από εκείνα στα οποία επιτρέπεται να εκφραστούν ελεύθερα και δεν διακατέχονται συνεχώς από το φόβο της κριτικής. Αυτό που έχει αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό είναι όταν οι γονείς μιλούν με όσο πιο φυσικό τρόπο γίνεται στα παιδιά τους και ταυτόχρονα κάνουν προσπάθεια να κατανοήσουν το νόημα αυτών που λέει το παιδί με τον ιδιαίτερο τρόπο του.
Ακούστε το παιδί σας: Ένα σημαντικό στοιχείο της επικοινωνίας είναι η ικανότητα του ατόμου να «ακούει» τους άλλους. Για να μάθει το παιδί να ακούει τους άλλους, πρέπει πρωτίστως οι γονείς, να δίνουν προσοχή και να ακούν οι ίδιοι. Είναι σημαντικό για το νήπιο να παίρνει άμεση ανταπόκριση σε αυτά που λέει ή ρωτά, επειδή αυτό του δείχνει τόσο ότι γίνεται κατανοητό από τους άλλους όσο και ότι αξίζει τον κόπο να συνομιλεί με τους άλλους. Τα νήπια μιλούν μόνο όταν τα ίδια καταλαβαίνουν τι λένε (μπορεί οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν, αλλά αυτό είναι άσχετο!). Γονείς ή νηπιαγωγοί μπορούν να βοηθήσουν το νήπιο σε σημαντικό βαθμό αν δίνουν προσοχή και ερμηνεύουν ορθά κάποιες ενδείξεις του και αν υποστηρίζουν και μεγιστοποιούν αυτά που είναι ικανό να πει, παρά αν προσπαθούν συνεχώς να του διδάξουν καινούρια πράγματα που είναι πέρα από τις δυνατότητες του.
Παρέχοντας ορθά γλωσσικά μοντέλα: Χρησιμοποιούμε απλές προτάσεις στα μικρά παιδιά (κάτω των τριών χρόνων), αλλά πάντοτε με ορθή προφορά των λέξεων. Αποφύγετε «μωρουδίστικες» λέξεις. Για τα πιο μεγάλα παιδιά (πάνω από τριών ετών) δεν φοβόμαστε να χρησιμοποιήσουμε «δύσκολες», κατά την γνώμη μας, ως προς την προφορά ή την εννοιολογική ερμηνεία λέξεις. Ακόμα και αν τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν την σημασία τους και δυσκολεύονται με την προφορά τους, σταδιακά μέσα από την χρήση τους κατανοούν πότε αυτές χρησιμοποιούνται, τις συνδέουν δηλαδή με τις αντίστοιχες επικοινωνιακές περιστάσεις και τις αποκωδικοποιούν.
Εφαρμόζοντας την ενεργητική μάθηση: Για το αεικίνητο νήπιο, το «μαθαίνω» σημαίνει «κάνω πράγματα» και όχι «διδάσκομαι παθητικά». Τα νήπια είναι τόσο απασχολημένα να τρέχουν από τη μια δραστηριότητα στην άλλη ώστε συνήθως μαθαίνουν διάφορα πράγματα καθ’ οδών Συσχετίζουν τις λέξεις άμεσα με τις πράξεις και έτσι μπορούν να μάθουν με περισσότερη ευκολία αν λαμβάνουν μέρος ενεργά στα διάφορα συμβάντα. Για παράδειγμα, έχουμε ένα δίσκο με διάφορα φρούτα. Αν το νήπιο εμπλακεί ενεργά μαζί μας στην παρασκευή της φρουτοσαλάτας, θα μάθει πολύ πιο εύκολα και γρήγορα τα ονόματα των φρούτων. Επιπλέον, η ποικιλία χρωμάτων και σχημάτων θα αποσπάσουν τόσο πολύ την προσοχή του που πιθανότατα θα δημιουργήσει στο μυαλό του σταθερούς συσχετισμούς ανάμεσα στα αντικείμενα και στα αντίστοιχα ονόματα τους. Η κατάκτηση της γλώσσας είναι μια ενεργός διαδικασία, και όσο περισσότερο τα παιδιά καλούνται να συμμετάσχουν, τόσο πιο θετικό είναι το τελικό αποτέλεσμα.
Συγκεντρωθείτε στο τώρα: τα νήπια δεν αρέσκονται να μιλούν για πράγματα που δεν είναι του άμεσου παρόντος και σε τέτοιες περιπτώσεις η προσοχή τους αποσπάται πολύ γρήγορα σε άλλα πράγματα και η συνομιλία είναι πολύ μικρής διάρκειας. Βρείτε ευκαιρίες για μάθηση στο «τώρα» με βάση το ενδιαφέρον του παιδιού επί του παρόντος. Περιγράψτε κάθε κίνησή σας όταν μαγειρεύετε, καθαρίζετε, οδηγείτε, ψωνίζετε π.χ. «τώρα κόβουμε τις πατάτες και θα βάλουμε μέσα και λίγο αλάτι,» «Περιμένουμε να ανάψει το φανάρι πράσινο. Μετά θα στρίψουμε δεξιά.».
Διαλέξτε με προσοχή τα παιχνίδια του παιδιού: Πολλές λέξεις, όπως για παράδειγμα τα χρώματα ή τα σχήματα, πρέπει να διδαχθούν άμεσα, επειδή το νήπιο δεν μπορεί να τα μάθει τόσο εύκολα μέσα από τυχαίες συνδιαλέξεις. Για το σκοπό αυτό κυκλοφορούν στο εμπόριο διάφορα παιγνίδια, με τα οποία ωστόσο πρέπει να είμαστε αρκετά προσεκτικοί. Τα περισσότερα προσπαθούν να διδάξουν στο παιδί πολλά πράγματα ταυτοχρόνως. Το παιδί που παλεύει να μάθει τα χρώματα μάλλον θα συγχυστεί αν βρεθεί αντιμέτωπο μαζί και ταυτοχρόνως με χρώματα, σχήματα και ταίριασμα σχημάτων σε puzzle! Το νήπιο θα μάθει με περισσότερη ευκολία αν έχει την ευκαιρία να στρέφει την προσοχή του σε ένα πράγμα κάθε φορά.
«Χτίστε» τις προτάσεις των παιδιών: Από την ηλικία των 2 χρόνων, όπου το παιδί αρχίζει να βάζει δύο λέξεις μαζί, μέχρι ακόμα και την ηλικία των 5 χρόνων, μπορούμε να ενισχύουμε την παραγωγή φράσεων ή προτάσεων των παιδιών «χτίζοντας» πάνω στις προτάσεις που ήδη χρησιμοποιούν προσθέτοντας 1-3 λέξεις στην υπάρχουσα πρόταση. Η επέκταση των προτάσεων είναι ένα σημαντικό βοήθημα για το νήπιο και ένας τρόπος τόσο για να πάρει καθαρά το μήνυμα ότι το ακούμε προσεκτικά, όσο και για να εμπλουτίσομε το λεξιλόγιο του. Επίσης, τους κάνουμε συμπληρωματικές ερωτήσεις για να τα ενθαρρύνουμε να περιγράψουν με πιο πολλές λέξεις τις σκέψεις τους. Για παράδειγμα, όταν το τρίχρονο παιδί λέει «να πάμε βόλτα» και δείχνει το αυτοκίνητο, ο ενήλικας επαναλαμβάνει και προσθέτει «να πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο». Ή σαν μια άλλη εναλλακτική προσέγγιση ρωτάμε το παιδί «Πώς θα ήθελες να πάμε βόλτα;». Η τακτική επέκτασης των προτάσεων του παιδιού δεν περιλαμβάνει άμεση διόρθωση των λέξεων ή της γραμματικής που χρησιμοποιεί το παιδί. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, δεν είναι καθόλου εποικοδομητικό να ασκείται συνεχώς κριτική και να διορθώνεται το παιδί ξανά και ξανά όταν προσπαθεί να επικοινωνήσει.