Γιατί κάναμε αυτή την έρευνα;
Τα τελευταία χρόνια, η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά αλλάζει.
Αλλάζουν οι οικογένειες, αλλάζει η σχέση των παιδιών με τις γλώσσες τους, αλλάζουν οι ανάγκες των σχολείων και των εκπαιδευτικών.
Και κυρίως, αλλάζουν τα παιδιά μας:
μεγαλώνουν σε πολυγλωσσικά σπίτια, σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες, σε σχολικές τάξεις που μοιάζουν με μικρούς κόσμους.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, ο Παιδόκηπος μαζί με τη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ηρακλείου, το Ute’s International Lounge και το Τμήμα Ελληνικής Γλώσσας Γάνδης διεξήγαγαν διεθνή έρευνα για να απαντήσουμε σε μία βασική ερώτηση:
Τι χρειάζονται πραγματικά οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί της διασποράς;
Ως Παιδόκηπος, αναγνωρίζουμε ότι η ανάπτυξη αποτελεσματικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για παιδιά της διασποράς απαιτεί συστηματική τεκμηρίωση και κατανόηση των πραγματικών συνθηκών μέσα στις οποίες αυτά μεγαλώνουν και μαθαίνουν.
Η συμμετοχή μας στην παρούσα έρευνα εντάσσεται στη στρατηγική μας επιδίωξη να στηρίζουμε τον παιδαγωγικό μας σχεδιασμό σε αξιόπιστα, διεθνώς συλλεγμένα δεδομένα και όχι σε αποσπασματικές εντυπώσεις ή μεμονωμένα περιστατικά.
Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν μάς επιτρέπουν να διαμορφώνουμε εκπαιδευτικές παρεμβάσεις, υλικό και προγράμματα τα οποία ευθυγραμμίζονται με τις πραγματικές ανάγκες, τις προκλήσεις και τις δυναμικές που χαρακτηρίζουν τις ελληνόγλωσσες οικογένειες και τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα της διασποράς. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζουμε ότι το έργο μας παραμένει επιστημονικά θεμελιωμένο, κοινωνικά στοχευμένο και παιδαγωγικά ουσιαστικό.
Στοιχεία Έρευνας
Η έρευνα διήρκεσε από 15 Ιανουαρίου έως 17 Φεβρουαρίου 2025 και υλοποιήθηκε μέσω δύο ξεχωριστών online ερωτηματολογίων: ένα για γονείς και ένα για εκπαιδευτικούς.
Στόχοι της έρευνας ήταν:
- να καταγράψει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικοί στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση στο εξωτερικό,
- να αναδείξει τις ανάγκες υποστήριξης και τα κενά σε επίπεδο υλικού, δομών και επιμόρφωσης,
- να συγκεντρώσει συγκεκριμένες προτάσεις από την ίδια την κοινότητα της διασποράς.
Συνολικά, συγκεντρώθηκαν απαντήσεις από:
- 154 γονείς παιδιών έως 10 ετών ελληνικής καταγωγής,
που ζουν και μεγαλώνουν σε 54 διαφορετικές χώρες, - 44 εκπαιδευτικούς που διδάσκουν ελληνικά στη διασπορά,
σε 32 χώρες ανά τον κόσμο.
Τα ερωτηματολόγια συνδύασαν ποσοτικά δεδομένα (κλειστές ερωτήσεις, ποσοστά) με ποιοτικές απαντήσεις (ανοιχτές ερωτήσεις και σχόλια), επιτρέποντας μια πιο βαθιά κατανόηση των εμπειριών και των προτεραιοτήτων των συμμετεχόντων.
Πιστεύουμε ότι η έρευνά μας αποτελεί μια σαφή και σημαντική αποτύπωση των αναγκών γονιών και εκπαιδευτικών της διασποράς για παιδιά έως 10 ετών και της πραγματικότητας που βιώνουν στην καθημερινή τους επαφή με την ελληνική γλώσσα.
Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά και επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί διαισθανόμασταν:
υπάρχει τεράστια ανάγκη για αλλαγή, εκσυγχρονισμό και στήριξη.
Ευρήματα: Οπτική Γονέων
Οι απαντήσεις των γονιών αποκαλύπτουν μια σύνθετη εικόνα της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στη διασπορά. Τα παιδιά βιώνουν καθημερινά μια πολυγλωσσική πραγματικότητα, και οι γονείς καλούνται να τα υποστηρίξουν σε ένα περιβάλλον όπου η ελληνική δεν είναι η κυρίαρχη γλώσσα. Η έρευνα καταγράφει με σαφήνεια τα κίνητρα, τις δυσκολίες και τις ανάγκες τους.
Κίνητρα για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας
Τα δεδομένα δείχνουν ότι οι γονείς δεν βλέπουν την ελληνική μόνο ως “μάθημα”, αλλά πρωτίστως ως στοιχείο ταυτότητας, συναισθηματικής συνέχειας και οικογενειακής συνοχής. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα ποσοτικά δεδομένα της έρευνας, οι γονείς ιεραρχούν ως κύριους λόγους εκμάθησης της ελληνικής τα εξής:
- 80% αναφέρει ως κύριο κίνητρο τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.
- 75% αναφέρει την επικοινωνία με συγγενείς στην Ελλάδα ως βασικό λόγο.
Οι απαντήσεις δείχνουν ότι η γλώσσα λειτουργεί ως δεσμός μεταξύ γενεών, ιδιαίτερα όταν τα παιδιά ζουν μακριά από την ελληνική οικογένεια. Αυτό επιβεβαιώνει την ανάγκη η ελληνόγλωσση εκπαίδευση να μην περιορίζεται στην τυπική γλωσσική διδασκαλία, αλλά να ενσωματώνει στοιχεία πολιτισμού, ιστορίας και διαπολιτισμικής ευαισθητοποίησης.
Κύριες δυσκολίες που αναφέρουν οι γονείς
Παρά τη θετική στάση, οι γονείς περιγράφουν σημαντικά εμπόδια στην προσπάθειά τους να στηρίξουν τα παιδιά τους. Οι απαντήσεις στις κλειστές ερωτήσεις αναδεικνύουν τρεις κεντρικούς άξονες δυσκολιών:
- 70% αναφέρει έλλειψη κατάλληλου, σύγχρονου και δίγλωσσου υλικού για παιδιά έως 10 ετών.
- 60% δηλώνει ότι οι περιορισμοί χρόνου και οι πολλές εξωσχολικές δραστηριότητες δυσκολεύουν τη συστηματική επαφή με την ελληνική.
- 55% αναφέρει ότι τα υπάρχοντα προγράμματα δεν ταιριάζουν με τα ωράρια και τις δομές του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας διαμονής.
Οι ποιοτικές απαντήσεις φωτίζουν επιπλέον ζητήματα, όπως:
«Δεν υπάρχει επαρκής στελέχωση στα σχολεία του εξωτερικού. Η χρονιά συχνά ξεκινά χωρίς δασκάλους.»
«Χρειαζόμαστε περισσότερα παιδικά βιβλία, υλικό και εργαλεία ώστε να μπορούμε να στηρίξουμε τα παιδιά στο σπίτι.»
Τι είδους υποστήριξη ζητούν οι γονείς;
Τα ποσοτικά δεδομένα δείχνουν ότι:
- 85% ζητά δίγλωσσο, παιδαγωγικά κατάλληλο υλικό, προσαρμοσμένο σε μικρές ηλικίες.
- 65% επιθυμεί πρόσβαση σε ψηφιακούς πόρους για χρήση στο σπίτι.
- 50% δηλώνει ότι χρειάζεται εκπαίδευση και καθοδήγηση για το πώς να υποστηρίξει τη διγλωσσία στο σπίτι.
Οι γονείς επομένως ζητούν συστηματική υποστήριξη, όχι μεμονωμένες λύσεις. Η ανάγκη αυτή αποτελεί κρίσιμο σημείο για τον επανασχεδιασμό εκπαιδευτικών παρεμβάσεων σε επίπεδο διασποράς.
Ευρήματα: Οπτική Εκπαιδευτικών
Οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στην έρευνα προέρχονται από 32 χώρες και διδάσκουν σε ποικίλα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα, από συμπληρωματικά σχολεία της ομογένειας έως ιδιωτικές πρωτοβουλίες, κοινοτικές δομές και διαδικτυακά τμήματα. Η συμβολή τους είναι καθοριστική, καθώς αποτελούν τους βασικούς φορείς της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό και γνωρίζουν εκ των έσω τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τις δυνατότητες του πεδίου.
Τα δεδομένα που προέκυψαν από το ερωτηματολόγιο αποτυπώνουν ένα συνεκτικό και επαναλαμβανόμενο σύνολο προκλήσεων, το οποίο εμφανίζεται με παρόμοια μορφή σε διαφορετικές χώρες και συστήματα εκπαίδευσης. Αποτυπώνεται ένα πλαίσιο όπου η προσπάθεια, η αφοσίωση και η προσφορά είναι έντονα παρούσες, αλλά συχνά δεν συνοδεύονται από ανάλογες δομές ή/και υποστήριξη.
Κύριες Προκλήσεις που Αναδεικνύουν οι Εκπαιδευτικοί
1. Έλλειψη κατάλληλου και σύγχρονου εκπαιδευτικού υλικού
Το 78% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι δεν υπάρχουν επαρκή, ελκυστικά και παιδαγωγικά κατάλληλα υλικά για τα δίγλωσσα παιδιά που διδάσκουν.
Αναφέρουν ότι το διαθέσιμο υλικό είτε δεν ανταποκρίνεται στο γλωσσικό τους προφίλ, είτε βασίζεται σε μονογλωσσικά μοντέλα, μη προσαρμοσμένα στις πραγματικές τους ανάγκες.
2. Μικτές τάξεις με σημαντικές διαφορές ηλικίας και επιπέδου
Το 72% των εκπαιδευτικών υπογραμμίζει ότι οι τάξεις της διασποράς είναι συστηματικά μικτές, με παιδιά διαφορετικών ηλικιών, γλωσσικών επιπέδων και σχολικών προϋποθέσεων.
Η διαφοροποίηση της διδασκαλίας σε τέτοιες συνθήκες θεωρείται εξαιρετικά απαιτητική, ενώ το 73% τη χαρακτηρίζει ως μία από τις σημαντικότερες δυσκολίες της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στο εξωτερικό.
3. Περιορισμένη θεσμική υποστήριξη και πόροι
Το 68% αναφέρει ότι δεν λαμβάνει επαρκή υποστήριξη από αρμόδιους φορείς, είτε σε επίπεδο επιμόρφωσης είτε σε επίπεδο υλικών, δομών και χρηματοδότησης.
Πολλοί εκπαιδευτικοί στη διασπορά αναφέρουν ότι εργάζονται απομονωμένα και αναλαμβάνουν πολλαπλές ευθύνες πέρα από τη διδασκαλία. Εκτός από τη δημιουργία και συνεχή προσαρμογή κατάλληλου διδακτικού υλικού, καλούνται να διαχειρίζονται μικτές τάξεις με μεγάλες γλωσσικές διαφοροποιήσεις, να οργανώνουν πολιτιστικές δράσεις και να συντονίζουν την επικοινωνία με γονείς και κοινότητες. Παράλληλα, προσπαθούν να ευθυγραμμίσουν τη διδασκαλία τους με τα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών διαμονής, συχνά χωρίς επαρκή θεσμική υποστήριξη ή επιμόρφωση.
4. Ανάγκη για επαγγελματική ανάπτυξη στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας
Περισσότεροι από τους μισούς εκπαιδευτικούς (55%) δηλώνουν ότι χρειάζονται συνεχή επιμόρφωση σε ζητήματα διγλωσσίας, γλωσσικής ανάπτυξης και παιδαγωγικής προσέγγισης ειδικά προσαρμοσμένης σε παιδιά της διασποράς.
5. Έλλειψη συνεργασίας και δικτύωσης
Το 60% των εκπαιδευτικών πιστεύει ότι θα ωφελούνταν σημαντικά από αυξημένη συνεργασία και ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ εκπαιδευτικών σε διαφορετικές χώρες. Πολλοί τονίζουν ότι λειτουργούν ως «νησίδες», χωρίς συστηματικό δίκτυο υποστήριξης ή ευκαιρίες επαγγελματικού διαλόγου.
Τι Ζητούν οι Εκπαιδευτικοί
Τα συμπεράσματα της έρευνας καταδεικνύουν ένα εντυπωσιακά συνεκτικό σύνολο αναγκών:
- 93% ζητά πρόσβαση σε σύγχρονο και παιδαγωγικά κατάλληλο υλικό, ειδικά σχεδιασμένο για δίγλωσσα παιδιά.
- 80% θεωρεί απαραίτητη την επιπλέον υποστήριξη από την ελληνική πολιτεία και/ή από οργανωμένες κοινότητες της διασποράς.
- 75% επιθυμεί πιο συστηματική επιμόρφωση για τη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης γλώσσας, ειδικά για παιδιά της διασποράς.
- 60% τονίζει την ανάγκη για διεθνή συνεργασία και δικτύωση εκπαιδευτικών.
Συνολική Εικόνα
Η εικόνα που προκύπτει από τις απαντήσεις των εκπαιδευτικών είναι σαφής:
Η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία μαθητών, περιορισμένη υποστήριξη, και έλλειψη κατάλληλων εργαλείων για τη διδασκαλία των ελληνικών ειδικά για τα παιδιά της διασποράς.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι εκπαιδευτικοί εκφράζουν με συνέπεια την ανάγκη για:
- σύγχρονο, παιδοκεντρικό διδακτικό υλικό,
- επιμόρφωση προσανατολισμένη στις ανάγκες των παιδιών της διασποράς,
- ισχυρότερη θεσμική στήριξη,
- και ένα λειτουργικό δίκτυο συνεργασίας.
Από την Έρευνα στη Δράση
Τα ευρήματα της έρευνας συγκλίνουν σε ένα σαφές συμπέρασμα:
η ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί εκφράζουν με διαφορετικές λέξεις το ίδιο αίτημα: μια εκπαίδευση σύγχρονη, παιδοκεντρική, προσαρμοσμένη στις πραγματικές συνθήκες ζωής των δίγλωσσων παιδιών.
Σε επίπεδο προτεραιοτήτων, αναδεικνύονται σταθερά τέσσερις βασικοί άξονες:
- Ανάπτυξη σύγχρονου, ελκυστικού και παιδαγωγικά τεκμηριωμένου υλικού, προσαρμοσμένου στο προφίλ των παιδιών της διασποράς.
- Συστηματική επιμόρφωση και στήριξη των εκπαιδευτικών στη διδασκαλία της ελληνικής ως δεύτερης/επιπλέον γλώσσας.
- Ενδυνάμωση και καθοδήγηση των γονιών, ώστε να μπορούν να υποστηρίξουν τη διγλωσσία στο σπίτι με ρεαλιστικό και βιώσιμο τρόπο.
- Καλύτερη ένταξη της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης στα εκπαιδευτικά οικοσυστήματα των χωρών διαμονής, με θεσμική αναγνώριση, συνεργασίες και δίκτυα.
Για τον Παιδόκηπο, η έρευνα αυτή δεν αποτελεί ένα «αυτοτελές έργο» που ολοκληρώθηκε, αλλά σημείο αναφοράς για τον μελλοντικό μας σχεδιασμό. Τα δεδομένα και τα συμπεράσματα που προέκυψαν έχουν ήδη αρχίσει να αξιοποιούνται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τα προγράμματά μας, σχεδιάζουμε νέο υλικό και αναζητούμε συνεργασίες με άλλους φορείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Πιστεύουμε ότι μόνο μέσα από τέτοιες τεκμηριωμένες, συλλογικές προσπάθειες μπορεί να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης που να ανταποκρίνεται πραγματικά στις ανάγκες των παιδιών, των οικογενειών και των εκπαιδευτικών της διασποράς.
Και σε αυτή τη διαδρομή, η φωνή όσων ζουν και εργάζονται καθημερινά στο πεδίο θα συνεχίσει να αποτελεί τον σημαντικότερο οδηγό μας.
















